Στον ανήφορο με ένα πόδι

Α. Ιούνιος του ’43 στα Τζουμέρκα

Αναμνήσεις σκόρπιες κι’ ασύνδετες πού κάπου κάπου ξεπροβάλλουν απ’ την καταχνιά τού χρόνου σαν εφιαλτικό όνειρο… Ψηλά στα Τζουμέρκα, γύρω στα 1943. 1 Η Λουκία, μικρή κοπελίτσα εννιά χρονών, στο χωράφι μαζί με άλλες κοπέλες μιά ηλιόλουστη ημέρα τού Ιουνίου. Χαρά Θεού η φύση. Η άνοιξη μόλις έχει ξεκινήσει εδώ. Καί αυτές μοιράζονται με αγάπη ένα καρβέλι ψωμί κάτω από μιά καρυδιά… Καί ξαφνικά τα Γερμανικά αεροπλάνα καί μετά ο … χαλασμός… Πού να φυλαχτείς καί από τι να πρωτοφυλαχτείς; Από το καυτό μολύβι πού πέφτει από τον ουρανό ή από τα βράχια πού τινάζονται; … Καί έπειτα όλα σταματούν … έτσι ξαφνικά όπως ξεκίνησαν. Νεκρική ησυχία. Μόνο οι σπαρακτικές της φωνές ακούγονται, “το πόδι μου, το πόδι μου με καίει”… καί οι φίλες της, καμιά να μην αποκρίνεται … πεσμένες κάτω κοιμούνται ένα αφύσικο ύπνο … τον αιώνιο ύπνο…  Πόση ώρα πέρασε έτσι; ούτε κι’ αυτή θυμάται … μα να ο μεγάλος της αδελφός ο Νίκος, δέκα πέντε χρονών παληκάρι, την έχει τυλίξει σε κουβέρτα, την έβαλε στον ώμο του καί τρέχει, τρέχει, πετάει… καί το αίμα να κυλά ασταμάτητα … Κάποτε θα φτάσουν στο πρόχειρο Νοσοκομείο της Αγγλικής αποστολής θα γίνει επίδεση καί μετά αναμονή με … ελπίδες. Αλλά το αριστερό πόδι μέρα με την ημέρα χειροτερεύει γίνεται όλο καί πιό μαύρο … Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια. Θα πρέπει να κοπεί στο γόνατο. Καί ο τραγικός πατέρας να διαμαρτύρεται: “Δεν μπορείτε να κόψετε το πόδι τού παιδιού μου. Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος. Πως θα συντηρώ ανάπηρο κορίτσι, πώς θα το παντρέψω…”. Τι πόνος κι’ αυτός! Δύο μεγαλύτερα αγόρια έχει καί την μικρή χαριτωμένη Λουκία, μοναχοκόρη… Με πόση ευλάβεια δεν τα μεγάλωσε ο φτωχός αυτός τσοπάνος. Ούτε το γάλα τους τα άφηνε να πίνουν το πρωί χωρίς προηγουμένως να λένε το “Πάτερ ημών …

tzoumerka

Αλλά δεν γίνεται αλλιώς, το πόδι το οποίο εμφάνισε γάγγραινα θα κοπεί… Τό πήρε η μάνα το τύλιξε στοργικά καί το ‘θαψε κάπου στην άκρη τού χωριού. Η Λουκία ποτέ δεν επισκέφθηκε το μνήμα αυτό. Τις προκαλούσε πόνο…

Καί η μικρή ανάπηρη ξαπλωμένη στο κρεβάτι τού πρόχειρου Νοσοκομείου, μιά παλιά εκκλησία, πού έχει επιστρατευτεί γιά την … θεραπεία των σωμάτων, κοιτάζει τις εικόνες βλέπει τούς μάρτυρες, βλέπει την πονεμένη μητέρα τού Χριστού κάτω απ’ τον Σταυρό καί παρηγοριέται. Σε λίγο καιρό θα γίνει καλά καί θα ξαναβγεί καί πάλι με τις φίλες της … όσες απόμειναν. Τώρα αισθάνεται εξαντλημένη, έχει ανάγκη από ηρεμία. Αλλά σε τέτοιους ταραγμένους καιρούς πού να βρεθεί η ηρεμία; Γιατί να, η νέα φοβερή είδηση: Οι Γερμανοί έφτασαν στο χωριό! … Τρόμος καί πανικός! … Τρέχει ο Νίκος στο Νοσοκομείο, την αρπάζει την ρίχνει γιά άλλη μιά φορά στον ώμο καί πηδά απ’ το παράθυρο. Ίσα πού πρόλαβε. Σε λίγο το Νοσοκομείο καίγεται ολόκληρο μαζί με όσους αρρώστους απόμειναν. Μαζί καίγονται καί τα χαρτιά με το ιστορικό της Λουκίας. Έτσι δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδείξει ότι ήταν θύμα βομβαρδισμού γιά να πάρει σύνταξη. Γιά να ζήσει θα αναγκαστεί αργότερα να δουλέψει.

Η συνέχεια της ανάρρωσης σε άλλο χωριό… Κάποτε θα γυρίσει στο χωριό της καί τώρα θα χοροπηδά στο ένα πόδι. Πού να βρεθούν πατερίτσες εκεί ψηλά στο βουνό. Καί τα άλλα παιδιά να κοιτάζουν με περιέργεια καί  να λένε: “Η κουτσή, η κουτσή…” καί αυτή να κρύβεται απ’ την ντροπή της. Πάει καί το σχολείο, πάνε καί τα γράμματα…

Καί όταν θα τελειώση ο πόλεμος καί θα πάει ν’ ανασάνει ο κόσμος, θα ξεκινήσουν νέες περιπέτειες … Θα ανέβουν οι αντάρτες στο χωριό καί οι χωρικοί θα χωριστούν στα δύο. Καί η φιλήσυχη οικογένεια της Λουκίας θα ξεχειμωνιάσει κρυμμένη σ’ ένα μαντρί. Στριμωγμένοι όλοι σε ένα δωμάτιο μαζί με τις λίγες κατσίκες πού γλύτωσαν απ’ την μανία των νέων εισβολέων.

……………………………………………………………

Ο εφιάλτης θα τελειώσει κάποτε καί θα αφήσει έντονα τα σημάδια του παντού καί στην Λουκία ένα μόνο πόδι. Μ’ αυτό θα ανεβεί από δω καί μπρός τον ανηφορικό δρόμο της ζωής. Μόνο πού η πληγή στο κομμένο πόδι δεν κλείνει. Οι γιατροί στην Άρτα θα το κοντύνουν λίγο ακόμη. Όμως ούτε καί τώρα θα κλείσει η πληγή.

Έτσι απρόσμενα θάρθει στο χωριό αυτός ο καλός συγχωριανός πού μένει στην Αθήνα. Το είδε το κορίτσι καί το πόνεσε.  Θα το πάρει στην οικογένειά του υπό την προστασία του, υπό την προστασία της Παναγίας μας…

Η ζωή στην Αθήνα είναι πιό οργανωμένη. Υπάρχει το ΚΑΠΑΨ, όπου οι ανάπηροι μαθαίνουν τέχνες. Υπάρχουν καί τα μεγάλα Νοσοκομεία γιά να φροντίσουν το πόδι της. Όμως, κάθε λίγο καί νέα εγχείρηση, συνολικά δεκαοχτώ εγχειρήσεις(!), το κομμένο πόδι γίνεται όλο καί πιό κοντό καί η πληγή δεν λέει να κλείσει. Μέχρι πού ένας γιατρός στην Βούλα θα ανακαλύψει ένα μεταλλικό θραύσμα, πού έχει μείνει στην σπονδυλική στήλη. Η νέα εγχείρηση θα κρατήσει 12 ώρες καί η ανάρρωση 6 μήνες…

Δύσκολος καί ανηφορικός ο δρόμος της Λουκίας, αλλά δεν διαμαρτύρεται. “Ότι θέλει ο καλός Θεούλης. Μεγάλο τ’ όνομά του. Τόση βροχή στέλνει στην γη καί η γη τιν πίνει”. Καί ο Άγγελός της από κοντά καταγράφει κάθε κοπιαστικό της βήμα καί η πρόνοια τού Θεού ανοίγει διεξόδους εκεί πού δεν το περιμένει…

Με την βοήθεια των συγχωριανών της έχει βρεί απασχόληση στο ΠΙΚΠΑ κάνοντας παρέα στα μικρά παιδιά. Προσωρινή δουλειά, αλλά κάτι είναι κι’ αυτό… Μιά μέρα εκεί πού βαδίζει σιγά σιγά απ’ το ΠΙΚΠΑ προς την εκκλησία την σταματά μιά καλοντυμένη κυρία. Τις κάνει εντύπωση η φτωχή κοπέλα με τις πατερίτσες καί το φωτεινό πρόσωπο. Την πλησιάζει, ζητά να μάθει την ιστορία της καί συγκινείται. Κάτι ξέρει κι’ αυτή από πόνο. Έχει χάσει την κόρη της πρόσφατα. “Παιδί μου ο άντρας μου είναι οδηγός της Βασίλισσας. Θα μιλήσω στην πριγκίπισσα Ειρήνη γιά σένα.“. Καί να έτσι από το πουθενά βρίσκει εργασία η Λουκία καί μάλιστα στα μέτρα της. Θα προσληφθεί σε στρατιωτικό Νοσοκομείο να ράβει καί να σιδερώνει. Είναι καί το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, το οποίο αναλαμβάνει να το φροντίζει με πολύ αγάπη. Πόσο ευτυχισμένη αισθάνεται τώρα. Για τα επόμενα είκοσι χρόνια θα έχει δουλειά καί ασφάλιση. Δεν θα επιβαρύνει πλέον κανένα.

Β. Η επίσκεψη

………………………………………………………

Εξήντα έξη χρόνια πέρασαν από τον τραγικό Ιούνιο τού ’43 καί η μικρή κοπελίτσα των Τζουμέρκων είναι ηλικιωμένη γυναίκα πλέον. Μένει σ’ ένα μικρό διαμερισματάκι, το οποίο αγόρασε στην Αθήνα με τις οικονομίες της. Είναι αδύνατον να φανταστείς, ότι αυτή η γυναίκα με το χαμογελαστό καί φωτεινό πρόσωπο έχει ανέβει ένα τόσο ανηφορικό δρόμο καί μάλιστα με … ένα πόδι. Από το ’43 μέχρι σήμερα έχει κάνει συνολικά 33 εγχειρήσεις! Μετά τις εγχειρήσεις στο πόδι ήλθαν οι γαστρορραγίες, αποτέλεσμα της καταπόνησης στην εργασία, καί η αφαίρεση του μεγαλύτερου μέρους τού στομάχου. Το πάγκρεας καί αυτό υπολειτουργεί. Το φαγητό ελάχιστο καί με πολλή προσοχή. Παθαίνει υπογλυκαιμικές κρίσεις καί τότε καταρρέει. Πολλές φορές έφτασε κοντά στον θάνατο, αλλά πάντα κατά θαυμαστό τρόπο κάποιος την έσωσε. Έπειτα είναι ο καλός αυτός γιατρός, πού την φροντίζει σαν μητέρα του. Καί χωρίς αμοιβή. Κάθε απόγευμα στις επτά θα την πάρει τηλέφωνο να μάθει τι κάνει. Όταν παθαίνει κρίση τού τηλεφωνεί καί αυτός φτάνει αμέσως κοντά της. Τις προάλλες τον φώναξε μεσάνυχτα καί την βρήκε σε τραγική κατάσταση. Την πήρε αγκαλιά καί την μετέφερε ο ίδιος στο Νοσοκομείο. Η πίεσή της είχε πέσει στο 4! Ίσα πού την πρόλαβε. panagia

Πολύ μεγάλη ευγνωμοσύνη αισθάνεται γιά όλα αυτά η Λουκία. Η πρώτη της κίνηση σ’ αυτόν πού θα την εξυπηρετήσει είναι να τού φιλήσει το χέρι. Είναι σαν να φιλάει το χέρι τού καλού της πατέρα. Φτωχός τσοπάνος εκείνος με τρία παιδιά, μόλις που τά’ φερνε βόλτα. Όμως όταν έπηζε τυρί έπαιρνε το πρώτο κομμάτι πού έφτιαχνε έβγαινε στον δρόμο καί τό ‘δινε στον φτωχό πού θα περνούσε. Αν δεν είχε καί πού να κοιμηθεί τον φιλοξενούσε στο φτωχικό τους. Μιά φορά διαμαρτυρήθηκε η μάνα. “Μη μιλάς γυναίκα, την αποπήρε αυτός, “πού ξέρεις πως θα είναι αύριο τα παιδιά μας”! … Ναί είναι οι καλοσύνες καί η ευλάβεια των γονέων της πού την σκέπασαν σαν “πάπλωμα” όλα αυτά τα χρόνια. Όταν ο πατέρας της την αποχαιρετούσε δακρυσμένος καθώς αυτή ξενιτευόταν στην Αθήνα, τρείς εντολές της έδωσε: “μη κλέψεις, μη πείς ψέμματα, μήν αμαρτήσεις”. Καί αυτή κράτησε όλα αυτά καί όλη την πατρογονική ευλάβεια σαν ιερά παρακαταθήκη ακόμη καί τότε πού ένας προϊστάμενος τις ζήτησε άλλα πράγματα… καί την άφησε εφτά ολόκληρους μήνες απλήρωτη… Γι’ αυτό είναι τόσο ήρεμο καί τόσο φωτεινό το πρόσωπο της Λουκίας!

……………………………………………………………

Τώρα είναι πρωί καί περιμένει καθιστή την γειτόνισσα, κα Σοφία, πού θα την βοηθήσει στο μπάνιο καί μετά θα της πλύνει τα ασπρόρουχα. Στην κα Σοφία έχει δώσει κλειδί τού διαμερίσματος… Όπου νά ‘ναι θάρθει…

Καί να κάποια στιγμή αισθάνεται ένα χάδι στην πλάτη καί ακούει την γνώριμη φωνή της. Πολύ αθόρυβα ήρθε σήμερα η Σοφία. Θά ‘χε φαίνεται αφαιρεθεί με τις σκέψεις της γιατί δεν άκουσε την πόρτα να ανοίγει… Με πόση φροντίδα καί αγάπη την τακτοποιεί… καί μετά πλένει τα ρούχα στο χέρι καί τα απλώνει στο μπαλκόνι…

— Καί τώρα Λουκία μου θα φύγω, έχω δουλειά στην εκκλησία. Θέλεις κάτι άλλο;

Κι φεύγει πάλι αθόρυβα, όπως ήλθε, μόνο αυτή την φορά κάτι σαν λάμψη φάνηκε από την μεριά της πόρτας… Μένει γιά λίγο σκεπτική. Πολύ περίεργη η επίσκεψη της Σοφίας σήμερα. Θα την πάρει τηλέφωνο. Ίσως περάσει από το σπίτι προτού πάει στην γειτονική εκκλησία.

— Κα Σοφία …

— Καλημέρα Λουκία μου. Ετοιμάζομαι, σε λίγο φτάνω. Συγγνώμη πού καθυστέρησα, αλλά σού είχα πεί ότι θα αργήσω σήμερα.

— Μα … εσύ δεν ήσουν εδώ πριν λίγο;

— Τι λες Λουκία μου, πως να ήμουν εκεί, αφού τώρα σηκώθηκα. Μήπως με είδες στον ύπνο σου;

— Στον ύπνο μου; Λες να αποκοιμήθηκα; … Μα αφού είμαι πλυμμένη, καθαρή… Καί τα ρούχα ποιός τά ‘πλυνε καί τ’ άπλωσε στο μπαλκόνι;

— Είναι τα ρούχα απλωμένα; … Έρχομαι αμέσως Λουκία…

Σε λίγο άνοιγε η πόρτα τού διαμερίσματος, ακούστηκε καθαρά το κλειδί τώρα, καί οι δυό γυναίκες να σταυροκοπιούνται ασταμάτητα καί να κλαίνε …

— Ποιά νάταν Λουκία μου;

— Δεν ξέρω. Πάντως μού είπε ότι έχει δουλειά στην εκκλησία.

— Λες νά ‘ταν η Αγία της ενορίας μας;

— Μήπως η Παναγία; Αύριο φέρνουν αντίγραφο της εικόνας της απ’ τ’ Αγιο Όρος στην γειτονική ενορία.

— Λες να πέρασε από δω να σε χαιρετήσει η Παναγία προτού εγκατασταθεί στο νέο της σπίτι; Καί γώ, ποιά είμαι η ανάξια, πού πήρε η Παναγία την μορφή μου;

…………………………………………………..

Οι πολύτιμοι θησαυροί κινδυνεύουν όταν κοινοποιηθούν. Γι’ αυτό η Κα Λουκία κράτησε μυστικό το γεγονός…. Μόνο ένα μήνα αργότερα, πού την επισκεφθήκαμε, μας ρώτησε διστακτικά λίγο πριν φύγουμε. Έχετε λίγο χρόνο; Εάν δεν είχαμε λίγο χρόνο, δεν θα μας ανέφερε το γεγονός…

Πόσες επισκέψεις γίνονται κάθε μέρα επίσημες καί μη; Πόσοι από μας είχαμε την τιμή να έχουμε τόσο υψηλούς επισκέπτες, όπως η φτωχή καί βασανισμένη Κα Λουκία απ’ τα Τζουμέρκα με το κομμένο πόδι; … Καί διερωτάται με απορία η Λουκία. “Πολλές φορές έφτασα πολύ κοντά στον θάνατο καί δεν με πήρε κοντά του ο Θεός. Τι άραγε θέλει από μένα;” … Δεν θέλει από σένα Κα Λουκία ο Θεός, θέλει από μας πού με δύο πόδια καί τέσσερις ρόδες χωλαίνουμε στις ανηφόρες καί αναζητούμε στηρίγματα…

1. Τα γεγονότα καί τα πρόσωπα είναι πραγματικά. Έχει γίνει αλλαγή μόνο των ονομάτων.

Περιοδικό «Η Δράση μας»

Τεῦχος 481, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ-ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ και Τεῦχος 482 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ, 2010

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.